αβανιά

Λέξη αραβικής προέλευσης, που σημαίνει συκοφαντία, ζημιά, βλάβη. Ειδικότερα, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, α. λεγόταν η συκοφαντική καταγγελία προς τα οθωμανικά δικαστήρια, είτε για λόγους εκδίκησης είτε για εκβιασμό. To οθωμανικό ποινικό δίκαιο τιμωρούσε τον ψευδομάρτυρα μόνο στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ήταν μουσουλμάνος. Σε αντίθετη περίπτωση, κι αν ακόμα αποδεικνυόταν πλήρως η αθωότητα του καταγγελλόμενου, αυτός που είχε κάνει την ψευδή καταγγελία αφηνόταν ελεύθερος. H α. είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις σε βάρος των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ήταν ένας εύσχημος τρόπος αρπαγής των περιουσιών τους και εξολόθρευσής τους. Με αυτό τον τρόπο καταδικάστηκε και απαγχονίστηκε ο πατριάρχης Γαβριήλ το 1658. Επίσης, η εχθρική στάση της Ρωσίας έναντι της Τουρκίας έγινε αφορμή για α. σε βάρος των υποδούλων, που κατηγορήθηκαν για δήθεν φιλορωσική στάση (πολλοί Μολδαβοί θανατώθηκαν το 1769). Οι φοροεισπράκτορες, ιδίως εκείνοι των έκτακτων φόρων (αβαρίζ) έκαναν μεγάλη χρήση α., με σκοπό να εκβιάσουν τους χριστιανούς για την καταβολή χρημάτων. Ο θεσμός της α. ίσχυσε και για τους Δυτικοευρωπαίους εμπόρους, κυρίως από τη στιγμή που οι τελευταίοι έπαψαν να χρησιμοποιούν συστηματικά την Οθωμανική αυτοκρατορία ως κέντρο του διαμετακομιστικού τους εμπορίου με την Ανατολή. Έτσι, πολλοί έμποροι με την κατηγορία διεξαγωγής πειρατείας έχασαν τα εμπορεύματα και τα καράβια τους. Η α. διατηρήθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία έως το πρώτο τέταρτο του 19ου αι. Οι χριστιανοί φοβούνταν τόσο την α., ώστε η λέξη πέρασε και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Διαδόθηκε επίσης σε όλα τα νεοελληνικά ιδιώματα και διατηρήθηκε με τη σημασία της διαβολής, της συκοφαντίας, της κακολογίας. Από αυτήν σχηματίστηκαν πολλές παράγωγες λέξεις (αβάνεμα, αβάνης, αβανιάζω, αβανεύω κ.ά.).
* * *
η
1. διαβολή, συκοφαντία, κακολογία
2. ατυχία, συμφορά, ζημιά, βλάβη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < ιταλ. avania (= βαρύς φόρος, καταπίεση, αδικία, προσβολή) < αραβ. havān (= περιφρόνηση, προσβολή).
ΠΑΡ. αβανεύω, αβάνης, αβανιάζω, αβανίζω, αβανιάρης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αβανίζω — [αβανιά] συκοφαντώ, διαβάλλω …   Dictionary of Greek

  • αβανεύω — [αβανιά] 1. συκοφαντώ, κακολογώ 2. αδικώ …   Dictionary of Greek

  • αβανιάζω — [αβανιά] 1. διαβάλλω, συκοφαντώ, κακολογώ 2. προδίδω, καταδίδω …   Dictionary of Greek

  • авания — оскорбление, обида Ср. Они у меня сиднем сидят. Их кислые grandes dames, жены, бесятся на меня за это и делают мне всякие авании. Маркевич. Перелом. 1, 7. Ср. αβανία (новогреч.) презрение …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Авания — Аванія оскорбленіе, обида. Ср. Они у меня сиднемъ сидятъ. Ихъ кислыя grandes dames, жены, бѣсятся на меня за это и дѣлаютъ мнѣ всякія аваніи. Маркевичъ. Переломъ. 1, 7. Ср. ἀβανία (новогр.) презрѣніе …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • αβάνης — ο [αβανιά] 1. συκοφάντης, διαβολέας, κακολόγος 2. άδικος, πλεονέκτης …   Dictionary of Greek

  • αβανιάρης — α, ικο [αβανιά] συκοφάντης, διαβολέας, κακολόγος …   Dictionary of Greek

  • avan — AVÁN, Ă, avani, e, adj. (pop.; adesea adverbial) Straşnic, grozav, cumplit (de tare, de mare, de rău, de crud etc.). – Din tc. avvan perfid , ngr. avánis calomniator . Trimis de ana zecheru, 13.09.2007. Sursa: DEX 98  Avan ≠ blajin, blând Trimis …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.